Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Χρόνοι του ρήματος-Θέμα και κατάληξη ρήματος

Θέμα ονομάζεται το πρώτο μέρος του ρηματικού τύπου, το οποίο κατά την κλίση του ρήματος μένει αμετάβλητο, π.χ. το δηλών- στους τύπους δηλώνω, δηλώνεις κτλ., το ακουσ- στους τύπους άκουσα, άκουσες κτλ. Τα θέματα του ρήματος είναι δύο ειδών: το ενεστωτικό και το αοριστικό, π.χ. για το ρήμα δηλώνω το ενεστωτικό είναι το δηλών- και για το αοριστικό τα δήλωσ- (για τον ενεργητικό αόριστο) και δηλώθ- (για τον παθητικό αόριστο).
Από το ενεστωτικό θέμα σχηματίζονται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο εξακολουθητικός μέλλοντας
π.χ. από το δηλών-       ενεστώτας → δηλών-ω  δηλών-ομαι
                                     παρατατικός → δήλων-α       δηλων-όμουν
                                     εξακολ. μέλλοντας → θα δηλών-ω   θα δηλών-ομαι.


Από το αοριστικό θέμα του ενεργητικού αόριστου σχηματίζονται ο αόριστος, ο συνοπτικός μέλλοντας και το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής,
π.χ. από το δήλωσ-

αόριστος → δήλωσα
συνοπτικός μέλλοντας → θα δηλώσω
απαρέμφατο → (έχω) δηλώσει.

Από το αοριστικό θέμα του παθητικού αορίστου σχηματίζονται ο αόριστος, ο συνοπτικός μέλλοντας και το απαρέμφατο της παθητικής φωνής,
π.χ. από το δηλώθ-

αόριστος → δηλώθηκα
συνοπτικός μέλλοντας → θα δηλωθώ
απαρέμφατο → (έχω) δηλωθεί.


Αύξηση ονομάζεται ένα μέρος του μορφολογικού τύπου του ρήματος, που μπαίνει πριν από το θέμα στον παρατατικό και στον αόριστο οριστικής και με το οποίο δηλώνεται ότι η πράξη που εκφράζει το ρήμα έγινε στο παρελθόν, π. χ. λέω →έλεγα, καταγράφω → κατέγραψα. Το μόρφημα της αύξησης μπορεί να πραγματώνεται με το ε ή, σπάνια, με το η, π.χ. έ-παιζα, ή-ξερα.

Η αύξηση διακρίνεται σε δύο είδη: σε εξωτερική και εσωτερική. Εξωτερική είναι η αύξηση που μπαίνει στην αρχή του ρηματικού τύπου, ενώ εσωτερική στο εσωτερικό του ρηματικού τύπου των σύνθετων ρημάτων και πάντα πριν από το δεύτερο συνθετικό, π.χ. γράφω → έγραφα, ξέρω → ήξερα (εξωτερική), προβλέπω → προέβλεπα, συντάσσει → συνέτασσε(εσωτερική).

Το μόρφημα της αύξησης παραμένει, όταν τονίζεται, και χάνεται συνήθως, όταν δεν τονίζεται, π.χ. έλεγα, έλεγες, αλλά λέγαμε, προέβλεπες, αλλά προβλέπαμε. Αυτό προκύπτει από τη γενικότερη τάση των τύπων των παρελθοντικών χρόνων να τονίζονται στην προπαραλήγουσα. Έτσι, ο ρηματικός τύπος που προκύπτει από το θέμα και την κατάληξη, όταν είναι τρισύλλαβος, δε χρειάζεται αύξηση (π.χ. δώσαμε), ενώ, όταν είναι δισύλλαβος, τη χρειάζεται (π.χ. έδωσα).

Τα ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν ή δίψηφο φωνήεν δεν παίρνουν αύξηση, αλλά διατηρούν το αρχικό φωνήεν ή δίψηφο, π.χ. ιδρύω → ίδρυσα, ευτυχώ → ευτύχησα. Εξαιρούνται τα ρήματα έχω (είχα), έρχομαι (ήρθα) και είμαι (ήμουν).


Τι λέτε για λίγη εξάσκηση;Δοκιμάστε τις γνώσεις σας στην αναγνώριση των χρόνων των ρημάτων στην παρακάτω άσκηση:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου